του Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Προέδρου Κ.Σ. ΕΔΕΚ
Στις 26 Μαΐου άρχισε η νέα φάση των διαπραγματεύσεων. Είναι φανερό ότι η έναρξη αυτής της φάσης των διαπραγματεύσεων σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος μιας διαδικασίας που άρχισε με τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου, αλλοιώθηκε αργότερα με την έναρξη των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων αλλά εξακολουθούσε να προβλέπει ότι η πορεία προς τη λύση θα είναι κυπριακής ιδιοκτησίας ενώ αποκλείονταν ρητά, επιδιαιτησία και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Ήταν δε σαφές ότι όλες οι πτυχές του Κυπριακού θα ετύγχαναν διαπραγμάτευσης μέχρι τέλους από τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ θα παρείχε απλώς τις καλές του υπηρεσίες.
Στην πρόσφατη Έκθεση του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας ο Γ.Γ. αφού περιέγραψε μια ψευδεπίγραφη εικόνα προόδου αναφέροντας ότι βρισκόμαστε σε απόσταση συμφωνίας για τη λύση και αφού καθόρισε χρονοδιάγραμμα για επίτευξη λύσης μέχρι το Δεκέμβριο του 2010, παραπέμπει στο τέλος σε «πολυμερείς» συνομιλίες. Δηλαδή σε Διεθνή Διάσκεψη. Που σημαίνει εκτροπή από τη συμφωνηθείσα διαδικασία που οδηγεί είτε σε λύση τύπου Ανάν προς το χειρότερο, είτε σε διαπίστωση ότι το Κυπριακό δεν λύεται και άρα η Διεθνής Κοινότητα θα πρέπει να επιβάλει την αναγνώριση των τετελεσμένων και τη μόνιμη διαίρεση της Κύπρου
Ταυτόχρονα έχουμε αλλαγή της βάσης των διαπραγματεύσεων. Η δήλωση του Γ.Γ. του ΟΗΕ κατά την έναρξη της νέας φάσης των διαπραγματεύσεων,
την οποία ανέγνωσε ο Αλεξάντερ Ντάουνερ διέγραψε τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979 και βεβαίως τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου ενώ εισάγει τις λεγόμενες παραμέτρους των Ηνωμένων Εθνών, ορολογία που χρησιμοποιείται μονίμως τα τελευταία χρόνια από την τουρκική και την Τ/Κ ηγεσία και που παραπέμπουν στο απορριφθέν Σχέδιο Ανάν. Παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αρνήθηκε το 2004 να υιοθετήσει με ψήφισμα του αυτό το Σχέδιο και συνεπώς έχουμε μια σαφή παραβίαση των όρων εντολής του Γ.Γ. του ΟΗΕ όπως αυτοί καθορίζονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Παράλληλα η ρητορική που αναπτύσσεται από τη Γραμματεία των Η.Ε., την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις ΗΠΑ και τη Βρετανία περί σημαντικής προόδου στις διαπραγματεύσεις σχετίζεται άμεσα με αυτή τη λογική της λύσης μέχρι το τέλος του 2010 .
Δεδομένου δε ότι μία Διεθνής ή πολυμερής Διάσκεψη συνιστά συγκεκαλυμμένη επιδιαιτησία και εμπεριέχει τη λογική του χρονοδιαγράμματος, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη διορατικότητα για να γίνει αντιληπτό ότι στόχος είναι η επιβολή λύσης άδικης και ετεροβαρούς τους επόμενους μήνες.
Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελληνική Κυπριακή πλευρά πρέπει να σπεύσουν να καταστήσουν σαφές ότι σε αυτή τη φάση δεν νοείται συζήτηση για πραγματοποίηση Διεθνούς ή πολυμερούς Διάσκεψης. Μόνο αν φτάσουμε σε απόσταση συμφωνίας και μόνο για το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση την Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να εκπροσωπήσει μόνο η νόμιμη Κυβέρνηση. Και αυτή τη Διάσκεψη να την αποφασίσουν αποκλειστικά τα δύο μέρη και όχι τρίτοι.
Αντί τούτου υπάρχει μια παθητική αντιμετώπιση όλων αυτών των όχι απλώς ανησυχητικών αλλά επικίνδυνων και απειλητικών εξελίξεων. Ούτε η έκθεση του Γ.Γ. του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ούτε η δήλωση του κατά την έναρξη της νέας φάσης των διαπραγματεύσεων έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση των δύο πλευρών. Άλλωστε ουδεμία αντίδραση υπήρξε από την Κυβέρνηση. Συμπεριφερόμαστε ως «άβουλοι και μοιραίοι» και οδηγούμαστε σε μια εθελούσια παγίδευση από την οποία η έξοδος θα είναι αδύνατη.
Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα το πρώτο καθήκον είναι η άμεση αντίδραση στις μεθοδεύσεις για αλλαγή της βάσης και της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων και η αντίδραση στην εισαγωγή του Σχεδίου Ανάν από την ίδια τη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ.
Περαιτέρω επείγον καθήκον είναι η πάσει θυσία διαφύλαξη της οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η μοναδική διεθνής νομική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως κατοχυρώθηκε από το ψήφισμα του Μαρτίου του 1964 και τα ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας και όχι μόνο, αντιμετωπίζει άμεση απειλή. Η απόφαση του ΕΔΑΔ, η προσπάθεια που βρίσκεται σε εξέλιξη για το απ’ ευθείας εμπόριο, η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως συμβαίνει με τις επιβουλές στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και στον υποθαλάσσιο πλούτο της Κύπρου, επιβάλλει τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης πολιτικής ανάσχεσης τόσο των τουρκικών κινήσεων όσο και των μεθοδεύσεων από τρίτους που στοχεύουν σε αναβάθμιση του ψευδοκράτους.
Η ευθεία απειλή και αμφισβήτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας επιβάλλει αναδιάταξη δυνάμεων και στράτευση των διπλωματικών μας υπηρεσιών σε συνδυασμό με επαναξιολόγηση της εξωτερικής μας πολιτικής.
Πρέπει να αντιμετωπιστεί η μονοπωλιακή και μεροληπτική εμπλοκή του Αγγλοαμερικανικού παράγοντα που είναι μόνιμα ζημιογόνο και επαχθές στοιχείο για την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελληνική Κυπριακή πλευρά.
Η εμπλοκή του συνόλου των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας ιδιαίτερα της Ρωσίας και της Γαλλίας πρέπει να επιδιωχθεί και να υλοποιηθεί έμπρακτα με συστηματική προσπάθεια.
Επιβάλλεται ακόμα η ενίσχυση των ευρωπαϊκών μας ερεισμάτων. Η υποβολή αίτησης για ένταξη στο «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» καθίσταται πλέον επιτακτική αναγκαιότητα. Τέλος είναι κατεπείγουσα η ανάγκη μιας εκ βάθρων αλλαγής στρατηγικής. Διαφορετικά μύρια κακά έπονται
Υ.Γ. Η εξέλιξη της περασμένης Πέμπτης με την εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις, επιβεβαιώνει απλώς αυτό που η ΕΔΕΚ τονίζει από την αρχή αυτής της διαδικασίας. Δεν υπήρξε επαρκώς διαπραγματευτική βάση αλλά και αυτή που υπήρξε κονιορτοποιήθηκε κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση από την τουρκική πλευρά.
2.6.2010











