Του Γιαννάκη Ομήρου
Προέδρου Κ.Σ. ΕΔΕΚ
Η αρνητική επίδραση της οικονομικής κρίσης στην Κυπριακή οικονομία, δυστυχώς, φαίνεται ότι είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που διαγραφόταν αρχικά.
Κατά μέσο όρο η χώρα μας έχει πληγεί από την οικονομική κρίση όσο και οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., με μόνη διαφορά ότι εδώ η κρίση ξεκίνησε με κάποια χρονική υστέρηση. Ταυτόχρονα, ενώ άλλες χώρες έχουν εν πολλοίς ξεπεράσει τα χειρότερα και βλέπουν σημάδια ανάκαμψης στον ορίζοντα, η δική μας οικονομία φαίνεται ότι έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει προτού φτάσουμε στο σημείο να βλέπουμε το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία.
Ακόμη και μετά την κρίση η Κυπριακή οικονομία ίσως να μην επανέλθει στους ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που μας έχει συνηθίσει. Αυτό γιατί φαίνεται πως δεν χειριστήκαμε σωστά την ευμάρεια που μας παρείχαν αυτοί οι ψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης για να θωρακίσουμε την αειφόρα ανάπτυξη της οικονομίας με κατάλληλους θεσμούς και υποδομή. Αντί αυτού ακολουθήσαμε μια ανορθόδοξη οικονομική πολιτική, που οδήγησε στη συσσώρευση πολλών διαρθρωτικών προβλημάτων. Η οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια αυτά τα προβλήματα, με την έννοια ότι οι «αγκυλώσεις» πουν έχουν δημιουργηθεί παγίδευσαν την κυβέρνηση σε μια ανεξέλεγκτη αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και σε μια αδυναμία να παρέμβει αποτελεσματικά για την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στον ιδιωτικό τομέα.
Η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση: δεν μπορεί να ακολουθήσει μια επεκτατική οικονομική πολιτική με αύξηση των κρατικών δαπανών για τόνωση της οικονομίας διότι αυτό θα αυξήσει ακόμα περισσότερο το δημοσιονομικό έλλειμμα. Ούτε μπορεί να μειώσει σημαντικά τις κρατικές δαπάνες ή να αυξήσει τη φορολογία για να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα διότι αυτό θα πλήξει ακόμη περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα και θα επιτείνει την οικονομική κρίση.
Δυστυχώς, δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις στα σημερινά οικονομικά προβλήματα και η μόνη διέξοδος από αυτό το δίλημμα είναι να γίνουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που από την μια θα μειώσουν – ή, τουλάχιστον, δεν θα αυξήσουν τις κρατικές δαπάνες- και από την άλλη θα αυξήσουν την παραγωγικότητα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
Σε ότι αφορά την παραγωγικότητα του δημόσιο τομέα η ΕΔΕΚ έχει επανειλημμένα προτείνει μέτρα που ενθαρρύνουν τα κυβερνητικά τμήματα να γίνουν περισσότερο αποτελεσματικά. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι ο προσδιορισμός μετρήσιμων στόχων στη βάση των οποίων να γίνεται σωστή αξιολόγηση και να παρέχονται κίνητρα για αύξηση της παραγωγικότητας τόσο στο επίπεδο των εργαζομένων όσο και στο επίπεδο των κυβερνητικών τμημάτων. Χωρίς προκαθορισμένους, σαφείς και μετρήσιμους στόχους, που να αντανακλούν στην παραγωγικότητα των υπαλλήλων και των τμημάτων δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σωστά κανένα σύστημα αξιολόγησης, και χωρίς σύστημα σωστής αξιολόγησης δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σωστά κανένα σύστημα κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας.
Μια μη παραγωγική δημόσια υπηρεσία δεν είναι μόνο σπάταλη για το κράτος αλλά και επιζήμια για την ιδιωτική οικονομία για δύο λόγους:
• Πρώτον, η δημόσια υπηρεσία συχνά έχει την ευθύνη να εφαρμόσει τους νόμους που ορίζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία αναπτύσσεται η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Μια αναποτελεσματική δημόσια υπηρεσία επιδρά αρνητικά στην οικονομική ανάπτυξη επειδή δεν είναι σε θέση να επιτελέσει έγκαιρα και ορθολογικά όσα χρειάζονται να γίνουν από πλευράς του κράτους για να στηριχτεί η ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα.
• Δεύτερον, μια σπάταλη δημόσια υπηρεσία οδηγεί σε στρεβλώσεις της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα γιατί απορροφά πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά στον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, όταν ο δημόσιος τομέας αμείβει τους υπαλλήλους κάποιας ειδικότητας με μισθό που είναι ψηλότερος από αυτό που προσφέρεται στην ελεύθερη αγορά, τότε αυτό αυξάνει το μισθό και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.
Αυτές και άλλες αλληλεπιδράσεις μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην οικονομία, έχουν ως αποτέλεσμα η δυσλειτουργία και η αναποτελεσματικότητα του ενός τομέα να αντανακλά στις οικονομικές δραστηριότητες του άλλου. Επομένως, ένας τρόπος να βοηθηθεί η Κυπριακή οικονομία να ξεφύγει από τη σημερινή κρίση είναι με μια δραστική μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας που από τη μια θα μειώσει τις κρατικές δαπάνες ώστε να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, και από την άλλη θα βοηθήσει τον ιδιωτικό τομέα να γίνει πιο παραγωγικός.
Στον ιδιωτικό τομέα, επίσης, χρειάζονται σημαντικές τομές ώστε να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά ο βασικός πλουτοπαραγωγικός πόρος της Κύπρου, το ανθρώπινο κεφάλαιο της. Για να γίνει αυτό χρειάζεται καλύτερη οργάνωση της παραγωγής που να στηρίζεται στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Η ιδιωτική επιχείρηση λειτουργεί μέσα σε θεσμικά πλαίσια και στη βάση γενικότερων υποδομών που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει η πολιτεία. Επομένως, και στον ιδιωτικό τομέα η κυβερνητική πολιτική διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στην αύξηση της παραγωγικότητας. Κατά κανόνα μια επιχείρηση είναι πιο παραγωγική σε ένα λιγότερο περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική ανεξέλεγκτης απορύθμισης όπως έχουν κάμει πολλές δυτικές χώρες και άφησαν τις οικονομίες τους εκτεθειμένες στην ασυδοσία, που εν πολλοίς ευθύνεται για την χρηματοοικονομική κρίση που οδήγησε την παγκόσμια οικονομία στην σημερινή ύφεση. Η ΕΔΕΚ στηρίζει ανεπιφύλακτα τις όποιες ενέργειες κρίνονται απαραίτητες από το καθ’ ύλη αρμόδιο όργανο, την Κεντρική Τράπεζα, για τη απρόσκοπτη εποπτεία και εφαρμογή των κανόνων χρηματοοικονομικής πειθαρχίας.
Από την άλλη, όμως, δεν είναι ούτε σοφό, οι θεσμοί και διαδικασίες της πολιτείας να στραγγαλίζουν την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ούτε είναι σοφό το κράτος να παρεμβαίνει στην οικονομία για να διασφαλίζει προνόμια για λίγους σε βάρος της παραγωγικότητας και ευημερίας των πολλών. Η προστασία ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού πρέπει να γίνεται με κοινωνική και όχι οικονομική πολιτική. Με αυτό εννοούμε ότι το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει στην παραγωγική διαδικασία και να προστατεύει ομάδες παραγωγικών τάξεων με τρόπο που περιορίζει τον ανταγωνισμό και βλάπτει την οικονομία στο σύνολο της. Η προστασία των ευάλωτων ομάδων πρέπει να γίνεται με κοινωνικές και άλλες παροχές που συνιστούν μεταφορά χρημάτων στη βάση αυστηρών κριτηρίων, που στοχεύουν άτομα κάτω από το όριο της φτώχειας. Είναι καιρός, επιτέλους, να γίνουν οι αναγκαίες θεσμικές και άλλες μεταρρυθμίσεις ώστε να σταματήσουν οργανωμένα συμφέροντα, υπό το πρόσχημα της κοινωνικής προστασίας, να επιβάλλουν στο κράτος τους δικούς τους όρους, να ελέγχουν την αγορά και να περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.











